Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Υπερρεαλιστική γραφή και μαθητές


ΟΙ     ΜΑΘΗΤΕΣ  ΤΗΣ   Β΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ  ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΥΝ   ΤΗΝ   ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ  ΓΡΑΦΗ
   Στο  πλαίσιο  της  άσκησης  των  μαθητών  στη  δημιουργική   γραφή  με  αφορμή  την  ανάγνωση  και  επεξεργασία  του  ποιήματος  του  Ζακ  Πρεβέρ  Βγαίνοντας  απ΄ το  σχολειό  δυο  μαθήτριες  του  Β3  έγραψαν  τα  ακόλουθα  κείμενα .


Τελειώνοντας  τα  μαθήματα  με  τις  φίλες  μου
Βγήκαμε  και  συναντήσαμε  ουράνια  τόξα
Και  πάνω  από  τη  θάλασσα  να  πετούν  πολλοί  γλάροι  μαζεμένοι
Και  πήγαιναν  προς  τα  καράβια
Που  είχαν  καθίσει  λίγο  πιο  πέρα
Και  έπιασαν  κουβέντα  για  πολλές  ώρες
Μετά  τα  καράβια  συνέχισαν  το  ταξίδι  τους
Και  πήγαιναν  σε  άλλα  λιμάνια
Και  έβρισκαν  άλλα  καράβια .
Και  βλέπαμε  φωτεινά  αστέρια
Που  είχαν  βγει  για  βόλτα  στον  ουρανό
Και  διασκέδαζαν  όλη  νύχτα
Έπειτα  κάναμε  μια  στάση  για  να  πάρουμε  το  μικρό  πρίγκηπα
Αφού  ήθελε  να  έρθει  κι  αυτός  μαζί  μας
Στη  διαδρομή  μας  σταμάτησε  μια  Αλεπού
Που  έψαχνε  τον  μικρό  Πρίγκηπα
Μας  ρώτησε  πού  πάμε και  ενθουσιάστηκε
Και  ήρθε  κι  αυτή  μαζί  μας .
Κρίμα  όμως  που  αυτό  το  ταξίδι  έπρεπε να  τελειώσει
Γιατί  ξημέρωνε  και  είχαμε  σχολείο
Αφήσαμε  σε  μια  μεριά  την  Αλεπού  και  τον  μικρό  Πρίγκηπα
Και  γυρίσαμε πίσω .
ΚΛΑΙΡΗ    Τ

Βγαίνοντας  από  το  σπίτι  μου
Συναντήσαμε  ένα  πολύ  μεγάλο  διαστημόπλοιο
Μπήκαμε  μέσα
Κι  άρχισε  να  ανεβαίνει  στον  ουρανό
Σταμάτησε  στον  πλανήτη  Άρη
Κατεβήκαμε  και  φοβηθήκαμε  πολύ
Ξαναμπήκαμε  μέσα
Και  αρχίσαμε  να  κατεβαίνουμε  προς  τη  Γη
Φτάσαμε  και  μας  άφησε  εκεί
Απ΄ όπου  μας είχε  πάρει .

ΧΡΙΣΤΙΝΑ   Χ.




Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Oι μαθητές του Β3 γράφουν το δικό τους τέλος σε διήγημα της Έλλης Αλεξίου

         ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                           «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

     Στη  διάρκεια  των  διακοπών  των  Χριστουγέννων    μαθητές   και  μαθήτριες  τoυ  Β3   ,   στο  πλαίσιο  της  εξάσκησής  τους  στην  παραγωγή  λόγου  και  τη  δημιουργική  γραφή , προσπάθησαν  να  δώσουν   ένα  διαφορετικό  τέλος  στο  διήγημα  της  Έλλης  Αλεξίου    με  τίτλο   Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν     από  το  σχολικό  εγχειρίδιο  των  Κειμένων  Νεοελληνικής  Λογοτεχνίας .
     Στα  κείμενα  που  αναρτήθηκαν  θα  διαβάσουμε  μικρότερες  ή  μεγαλύτερες  σε  έκταση  ιστορίες , άλλοτε  απαισιόδοξες , άλλοτε  αισιόδοξες  εκδοχές . Κάποιες  από  αυτές είναι  ρεαλιστικές , άλλες  πάλι  δεν  είναι   τόσο  αληθοφανείς . Σημασία  όμως  έχει  η  προσπάθεια  που  κατέβαλαν  τα  παιδιά . Κάποια  κείμενα  δεν  έχουν  αναρτηθεί  ολόκληρα  αλλά  έχουν  παραλειφθεί   κάποια   αποσπάσματα   .
Ζ.Π.

         ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                         «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

(….) Η  μητέρα  των  δυο  παιδιών , της  Αγγελικούλας  και  του  Πέτρου , πριν  φύγει  από  το  σπίτι  για τις εξωτερικές  εργασίες της  , τους  τόνισε  να  μην  ανοίξουν  την  πόρτα  σε  κανέναν για  όση  ώρα θα  έλειπε .
        Κάποια  στιγμή  το  κουδούνι  της  εξώπορτας  χτύπησε . Παρόλο  που  η  μητέρα  τους  τούς  είχε  πει  να  μην  ανοίξουν , τα  παιδιά  ξέχασαν  τη  συμβουλή  της  και  έτρεξαν  να  ανοίξουν . Προς  μεγάλη  τους  έκπληξη  ήταν  ένας  ζητιάνος , ένας  ανθρωπάκος  με  άσπρα  γένια  και  γεμάτος  ρυτίδες , σε  άθλια  κατάσταση . Τα  παιδιά  τον  λυπήθηκαν  και  τον  έβαλαν  μέσα  στο  σπίτι . Αμέσως  του  έδωσαν  να  φάει  και  ρούχα  , για  να  αλλάξει  τα  παλιά  κουρελιασμένα  ρούχα  του . Όταν  η  μητέρα  επέστρεψε  από  την  εργασία  της , αντικρίζοντας  τον  ξένο , κατάλαβε  ότι  αυτός  ο  άντρας   ήταν  ο  αγαπημένος  της  σύζυγος.  
     Τα  παιδιά  πέταξαν  από  τη  χαρά  τους που  μετά  από  τόσα  χρόνια  γύρισε  ο  πατέρας  τους  από  την  εξορία . Μπορεί  να  μην  απέκτησαν  βέβαια  εκείνο  το  σιδηρόδρομο , αλλά  πέρασαν  τα  πιο  ευτυχισμένα  Χριστούγεννα  μαζί  με  τον  αγαπημένο  τους  πατέρα .
ΓΙΩΡΓΟΣ    Ν.      



            ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                 «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

     (....)  Οι  μέρες πέρασαν , ώσπου  ήρθε  και  το  πρωί της  Πρωτοχρονιάς . Τα  παιδιά , η  Αγγελικούλα  και  ο Πέτρος , στέκονταν  στο  δρόμο  έξω  από  το  σπίτι  τους  περιμένοντας  το  μπαμπά  τους. Οι  ώρες  περνούσαν , μα  ο  πατέρας  ήταν  άφαντος .Κάποια  στιγμή  ένας  άντρας  μεγάλος  στην  ηλικία , γύρω  στα  πενήντα πέντε  πλησίασε  τα  παιδιά .
-           Εσείς  περιμένετε  τον  πατέρα  σας ;  , τους  ρώτησε .
-          Ναι , απάντησαν  τα  παιδιά .
-          Αυτό  είναι  για  σας . Γράμμα  από  τον  πατέρα  σας !  , είπε   και  απομακρύνθηκε.
   Το  γράμμα  ήταν  πράγματι  από  τον  πατέρα  τους . Τους  έγραφε ότι  είναι  καλά  εκεί  που  βρίσκεται  και  ότι  του  είναι  δύσκολο  να  γυρίσει  κοντά  τους  και  πως  , αν  το  έκανε , θα  κινδύνευαν  και  αυτοί . Τους  έγραφε  επίσης  ότι  τους  αγαπάει  και  ότι  αργά  ή  γρήγορα  θα  έβρισκε  τρόπο  να  τους  στείλει  χρήματα , για  να καλύψουν  τις  ανάγκες  τους.
   Όταν  η  μητέρα  διάβασε  το  γράμμα  , συγκινήθηκε . Σήκωσε  κάποια  στιγμή  το  κεφάλι  και  είδε  από  το  παράθυρο  του  σπιτιού  έναν  άντρα  να  χάνεται στη  στροφή  του αντικρινού   δρόμου .
-          Αυτός  ήταν  ο  πατέρα  σας , είπε  και  σκούπισε  τα  δάκρυά  της . Μην  ανησυχείτε , παιδιά , ο  μπαμπάς  σας  είναι καλά .
  Τον  σιδηρόδρομο  δεν  τον  απέκτησαν  βέβαια  ποτέ , αλλά  δεν  τους  ένοιαζε  πια .

ΠΟΠΗ   Π.  

              ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                           «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

     (...)  Την  παραμονή  της  Πρωτοχρονιάς  χτύπησε  η  εξώπορτα . Τρέχοντας  άνοιξε  η  Αγγελικούλα.
-          Γεια  σου  , Αγγελική , είπε  ο  άντρας  που  καθόταν έξω  από  την  πόρτα . Η  Αγγελικούλα  δε  μίλησε , παρά  μόνο  τον  κοιτούσε. Φορούσε  σκισμένα  ρούχα , ήταν  αξύριστος , αχτένιστος  και  δε  φορούσε  παπούτσια .
-          Μαμά !.....  φώναξε.
-          Τι  είναι , Αγγελικούλα ;
-          Ποιος  είναι  αυτός ;  ρώτησε  η  μικρή . Μήπως  είναι …..
-          Ναι , παιδί  μου , είπε  συγκινημένη  η  μητέρα . Είναι  ο  πατέρας  σου.
Εκείνο  το  βράδυ  η  οικογένεια  ήταν  και  πάλι  όλοι  μαζί . Τα  παιδιά  ήταν  πολύ  ευτυχισμένα  που  είδαν  το  μπαμπά  τους  και  που  θα  έμενε  μαζί  τους για πάντα . Άλλαξαν  χρόνο  μαζί  και  μετά  πήγαν  για  ύπνο .
   Το  πρωί , όταν  ξύπνησαν  βρήκαν  κάτω  από  το  δέντρο  δυο  τεράστια  δώρα . Ο  Πέτρος  και  η  Αγγελικούλα  έτρεξαν  να  τα  ανοίξουν . Το  ένα  ήταν  ο  σιδηρόδρομος (!!)  και  το  άλλο  μια  κούκλα  που  κουνούσε  τα  μάτια , τα  χέρια  και  τα  πόδια .
  Επιτέλους  είχαν  εκπληρωθεί  τα  όνειρά  τους . Ο  μπαμπάς  τους  γύρισε  από  την  εξορία  και  ο  Αη  Βασίλης  τους  έφερε  τα  δώρα  που  ήθελαν  και  που  η  μητέρα  τους  δε  μπορούσε  να  τους  τα  αγοράσει !
ΑΦΡΟΔΙΤΗ     Π


           ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                        «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

(…..) Περνούσαν  οι  μέρες  κι  ακόμα  να  φανεί  ο  πατέρας  των  παιδιών .  Ο  σιδηρόδρομος  δεν  υπήρχε  πια  στη  βιτρίνα . Τα  παιδιά  είχαν  απογοητευτεί  πολύ . Ακουγόταν  όμως  ότι  ένας ακριβώς  ίδιος  σιδηρόδρομος  αλλά  πιο  φθηνός  πωλούνταν  στα  μαγαζιά .
   Δυο  μέρες  μετά  την  Πρωτοχρονιά  που  το  κλίμα  ήταν  ακόμη  γιορτινό , τα  δυο  παιδιά , η  Αγγελικούλα  και  ο  Πέτρος  , είχαν  βγει  για  μια  βόλτα  , για  να  ξεχάσουν  όλα  τα  δυσάρεστα  που  είχαν  συμβεί  τον  τελευταίο  καιρό . Πέρασαν  και  από  το  μαγαζί  με  το  φθηνότερο  σιδηρόδρομο . Μόλις  τον  είδαν , ενθουσιάστηκαν  και  η  ψυχή  τους  γέμισε  πάλι  με  ελπίδες . Γύρισαν  σπίτι  τους  χαρούμενα . Ήθελαν  να  πουν  στη  μητέρα  τους  για  τον  καινούριο  σιδηρόδρομο .
  Τη  βρήκαν  στο  σπίτι  μαζί  με  έναν  κύριο που  δεν  τον  αναγνώρισαν. Δεν  τον  είχαν  δει  ποτέ  τους . Τους  έκανε  εντύπωση  ότι  είχε  έρθει  με  δώρα . (…..) .
-          Ποιο  είναι  το  όνομά  σας ; , ρώτησε  στην  αρχή  ο  Πέτρος .
-          ¨Στέλιος , του  απάντησε  εκείνος  χαμογελαστά.
-          Χάρηκα  πολύ . Από δω   είναι  η   αδερφή  μου , η  Αγγελική.
-          Γεια  σου , Αγγελικούλα , είπε  εκείνος .
   Κάθισαν  στη  συνέχεια  και  έφαγαν  για  μεσημέρι .Πρώτη  φορά  έτρωγαν  τόσο  πλούσιο  φαγητό . Αργότερα  τα  παιδιά  πήγαν  μια  βόλτα  . Πέρασαν  και  από  το  μαγαζί  με  το  σιδηρόδρομο , όμως  το  παιχνίδι  έλειπε . Μπήκαν  στο  μαγαζί , για  να  ρωτήσουν και  τους  είπαν ότι  είχε  πουληθεί  και  ότι  δε  θα  φέρουν  άλλο .
   Μετά  από  αυτό  η  Αγγελικούλα  κι  ο  Πέτρος γύρισαν  στο  σπίτι  τους  λυπημένοι .(…) Ήταν  έτοιμοι  να  βάλουν  τα  κλάματα . Όμως  ο  κ.  Στέλιος , για  να  τους  παρηγορήσει  , τους  είπε  να  ανοίξουν  τα  δώρα  που  τους  είχε  φέρει  αυτός . (…..) Σε  ένα  από αυτά  βρισκόταν  ο  σιδηρόδρομος (!) Τα  μάτια  των  παιδιών  έλαμψαν   από  ευτυχία . Τελικά  αυτός  είχε  αγοράσει  το  παιχνίδι  ! Τα  παιδιά  θυμήθηκαν τότε  τα  λόγια  της  μητέρας  τους , ότι  όταν  γυρίσει  ο  πατέρας  τους  από  την  εξορία  θα τους  γεμίσει  με  δώρα  , και  κατάλαβαν  ποιος  ήταν  αυτός  ο  κύριος .  (……) Έτρεξαν  πανευτυχείς  στην  αγκαλιά  του  και  του  ζήτησαν  να  τους  διηγηθεί  ιστορίες  από  την  εξορία . Κάθισαν  και  μιλούσαν  μέχρι  το  άλλο  πρωί .
  (…..)  Τελικά  ο  νέος  χρόνος  έφερε  πολλά  χαρμόσυνα  γεγονότα  σε  αυτήν  την  οικογένεια .
ΚΛΑΙΡΗ    Τ


         ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ               «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

  - Μα  του  χρόνου  , θα  δείτε , είπε  η  μαμά  στα  δυο  λυπημένα  παιδιά  της . Όλα  θα  έχουν  αλλάξει….. θα  έχουν  φύγει  οι  κακοί  ανθρώποι  και  οι  καλοί  μπαμπάδες  θα  μας  έχουν  έρθει , θα  έχουν  γεμίσει  τα  έρημα  , τα  ορφανεμένα  σπίτια  μας .. 
   Η  μαμά  στο  πίσω  μέρος  του  μυαλού  της  δεν  πίστευε  τα  λόγια  που  έλεγε  στα  μικρά  της  παιδιά . (……) Και  πολλοί  ήταν  αυτοί  που  δεν  κατάφεραν  να  επιστρέψουν  στα  σπίτια  τους  και  τις  οικογένειές  τους  από  την  εξορία .  Άλλοι  όμως  τα  κατάφεραν  και  γύρισαν  πίσω  περήφανοι (…) . Ένας  από  αυτούς  ήταν  και  ο  πατέρας  των  δυο  παιδιών  που γύρισε  πίσω  μετά  από  πολλούς  μήνες  εξορίας .
    Τα  παιδιά  του  δεν  τον  αναγνώρισαν  κατευθείαν  ούτε  βέβαια  και  ο  ίδιος . Με  τον  καιρό  όμως  έσμιξαν  και  πάλι , η  οικογένεια  ήταν  πολύ  δεμένη  και  δε  μάλωναν  ποτέ .
    Πέρασαν  έτσι  αρκετά  χρόνια .Τα  παιδιά  κατάφεραν  να  σπουδάσουν  και  να  κάνουν  δική  τους  οικογένεια  και  παιδιά .  Δυστυχώς  ο  πατέρας  μπλέχτηκε  και  πάλι  σε    επεισόδια  στην  Αθήνα  τον  καιρό  της  δικτατορίας  και  τον  εξόρισαν  σε  ένα  μακρινό  νησί  του  Αιγαίου . Η  οικογένεια  πέρασε  και  πάλι  δύσκολες  στιγμές. Η μητέρα  ήταν  τόσο  στενοχωρημένη  που  αρρώστησε  βαριά .  (…..) Από  ένα  γράμμα  άγνωστου  αποστολέα  έμαθαν  ότι ο  πατέρας  περνούσε  δύσκολα  και  σύντομα  θα  έφευγε  σε  κάποια  χώρα  του  εξωτερικού . Τα  χρόνια  πέρασαν  χωρίς  να  αλλάξει  κάτι  και  δεν  έμαθαν  ποτέ  ξανά  νέα  του .
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ  Π 


ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ              «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

 (….)  Τα  παιδιά  περίμεναν  με  ανυπομονησία  τον  πατέρα  τους , αλλά  ταυτόχρονα  ήταν  θλιμμένα  για  το  σιδηρόδρομο . Μετά  από  λίγες  μέρες  το  κατάστημα  παιχνιδιών  διοργάνωσε  μια  κλήρωση . Ο  μεγάλος  τυχερός  θα  κέρδιζε  το  σιδηρόδρομο  που  ήθελαν  όλα  τα  παιδιά . Ο  λαχνός  όμως κόστιζε  500  δραχμές , αλλά  ο  Πέτρος  και  η  Αγγελικούλα  δεν  είχαν  τόσα  χρήματα , για  να  τον  αγοράσουν . (….)
     Συνεννοήθηκαν  μεταξύ  τους  να  πάνε  να  ζητιανέψουν , γιατί  δεν  ήθελαν  να  το  μάθει  η  μητέρα  τους. (….) Τελικά  μάζεψαν  τα  χρήματα  που  τους  έλειπαν . Η  Αγγελικούλα  πήγε  και  πήρε  τον  τελευταίο  λαχνό  που  είχε  μείνει  στο  μαγαζί . Όταν  έδειξε  το  λαχνό  στον  Πέτρο , εκείνος  χάρηκε  πολύ. Ο  ένας  υποσχέθηκε  στον  άλλο  να  μην  πουν  τίποτε  στη  μητέρα  τους .
   (…)   Την  επόμενη  μέρα  τα  αδέρφια  πήγαν  στο  μαγαζί , για  να μάθουν  πότε  θα  γίνει  η  κλήρωση . Εκεί  συνάντησαν  κι άλλα  παιδιά . Άκουσαν  ότι  το  καθένα  είχε  πάρει  πάνω  από  δέκα  λαχνούς  και  λυπήθηκαν , γιατί  πίστεψαν  ότι  έχουν  ελάχιστες  πιθανότητες  να  κερδίσουν  το  σιδηρόδρομο  ,  που  τόσο  επιθυμούσαν .
  (….)    Τελικά  ο  Πέτρος  και  η  Αγγελικούλα  κέρδισαν  το  σιδηρόδρομο . Ο  Πέτρος  κυρίως  ήταν  πολύ  χαρούμενος  , αλλά  πήρε  διπλή  χαρά , μόλις  άνοιξε  το  γράμμα  που  βρήκε  έξω  από  το  φτωχικό  σπιτάκι  τους . Το  γράμμα  έγραφε  πως  ο  πατέρας  τους  θα  έπαιρνε  το  δρόμο  του  γυρισμού  λόγω  καλής  διαγωγής . μόλις  το  αγόρι  διάβασε  το  γράμμα , το  έδειξε  στην  Αγγελικούλα  και  τη  μητέρα  του .
      (…)  Τελικά  ο  πατέρας  των  παιδιών  γύρισε  . (…)  Έπιασε  δουλειά  σε  ένα  ξυλουργείο  με  καλό  μισθό  και  έτσι  μετακόμισαν  σε  ένα  καλύτερο  σπίτι .

ΔΗΜΗΤΡΗΣ    Σ  


          ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                        «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»
(.......)
-          Αν  ερχόταν  ο  μπαμπάς  από  την  εξορία , είπε  ο  Πέτρος , θα  μας  αγόραζε  το  σιδηρόδρομο .
  Εκείνη  τη  στιγμή  περνούσε  μπροστά  από  τα  δυο  παιδιά  ένας  γέρος. Φαινόταν  πολύ  κουρασμένος . Φορούσε  λερωμένα  ρούχα  και  σχισμένα  παπούτσια . Άκουσε  τη  συζήτηση  των  παιδιών  και  κάθισε  μαζί  τους . Αγκάλιασε  την  Αγγελικούλα  και  της  είπε :
-          Ποτέ  να  μην αφήνεις  τα  όνειρά   σου ! Κάποια  μέρα  θα  πραγματοποιηθούν .
   Τότε  ο  Πέτρος  τον  κοίταξε  στα  μάτια  και  εκείνος  τον  αγκάλιασε  και  άρχισε  να  κλαίει .
   Τα  δυο  αδέρφια  γύρισαν  στο  σπίτι  και  άρχισαν  να  συζητούν  για το  γέρο  που  είχαν  συναντήσει  τυχαία  στο  δρόμο . Ξαφνικά  χτύπησε  το  κουδούνι  και  είδαν  μπροστά  τους  τον  ίδιο  άντρα  αλλά  καλοντυμένο  και  με  μια  τεράστια  σακούλα  στο  χέρι . Πήρε  αγκαλιά  τα  δυο  παιδιά , τα  φίλησε  στο  μέτωπο  και  τους  είπε :
-          Το  όνειρο  έγινε  πραγματικότητα . Έχετε  ένα  πανέμορφο  δώρο  που  τόσο  λαχταρούσατε  και  τον  πατέρα  σας  στο  σπίτι .
    Τότε  η  Αγγελικούλα  κατάλαβε  ποιος  ήταν  αυτός  ο  άντρας  και  φώναξε  τη  μητέρα  της .Έζησαν  ευτυχισμένοι  για  πολλά  χρόνια .
 ΘΕΟΦΑΝΙΑ   Π


               ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                     «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»
     (......) Πέρασαν  οι  γιορτές  και  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν.  Ο  σιδηρόδρομος  δεν  είχε  αγοραστεί  ακόμη . Τα  παιδιά  ήταν  λυπημένα , αλλά  δεν  μπορούσαν  να  κάνουν  κι  αλλιώς . Δεν  είχαν  πολλά  χρήματα .  Όσο  ο  καιρός  περνούσε , τα  χρήματα  λιγόστευαν .
   Μια  μέρα  τα  δυο  αδέρφια  πέρασαν  από  το  μαγαζί  που  πουλούσε  το  σιδηρόδρομο. Ήταν  ακόμη  εκεί  , μόνο  που  είχαν  φέρει  κι  άλλα  παιχνίδια . Ήθελαν  τόσο  πολύ  να  τον  αγοράσουν !
-          Θα  μας  το  πάρει  ο  μπαμπάς , είπε  ο  Πέτρος , αλλά  η  Αγγελικούλα  δεν  απάντησε.
   Το  επόμενο  πρωί  η  μαμά  και  τα  δυο  παιδιά  κάθονταν  στο  σπίτι. Όταν  χτύπησε  το  κουδούνι , άνοιξε  ο  Πέτρος . Ήταν  ένας  κύριος  που  δεν  τον  ήξερε .
-          Μαμά !  , φώναξε .
    Η  μαμά  του , μόλις  είδε  τον  κύριο  ,  δεν  το  πίστευε ! Ήταν ό  άντρας  της . Τον  αγκάλιασε  αμέσως . Τότε  τα  παιδιά  κατάλαβαν  ποιος  ήταν  ο  άντρας  αυτός  και  έτρεξαν  στην  αγκαλιά  του . Ο  πατέρας  τους  είχε  γυρίσει ! Τα  παιδιά  δεν  ήθελαν  πια  να  αγοράσουν  το  σιδηρόδρομο  , γιατί  κατάλαβαν  ότι  ο  πατέρας  δεν  είχε  φέρει  λεφτά . Όμως  ήταν  ευτυχισμένα . Ο  σιδηρόδρομος  δεν  αγοράστηκε  ποτέ !  Όλη  η  οικογένεια  έζησε  ευτυχισμένη  για  πολλά  χρόνια .
ΕΜΙΓΚΕΝΑ    Τ


ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                        «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»
         (…..)  Κάποια μέρα όμως μια ευχάριστη έκπληξη περίμενε τα παιδιά. Δια μαγείας  εμφανίστηκε  μπροστά  τους  στο  δρόμο   ένας  άντρας ο όποιος ισχυρίστηκε  πως ήταν ο πατέρας τους  και  στη  συνέχεια  έφυγε , λέγοντας  ότι  θα  τα  συναντούσε  την  επόμενη  μέρα  στο  ίδιο  μέρος . Τα παιδιά όμως δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν αν αυτός ήταν ο πραγματικός τους στοργικός πατέρας. Δεν είπαν κάτι στην μητέρα τους  , διότι εάν αυτός ήταν ο αληθινός τους πατέρας , ήθελαν  να  της κάνουν  έκπληξη  .           
Προσπαθούσαν όλο τα βράδυ να βρουν κάτι το οποίο να τους επιβεβαίωνε πως αυτός ο άντρας ήταν ο πραγματικός τους πατέρας. Μια δυσάρεστη ανακάλυψη όμως βγήκε στο φως . Σηκώνοντας το στρώμα του  κρεβατιού  τους  βρήκαν μια φωτογραφία από κάτω. Ο άντρας ήταν ψηλός και κομψός και είχε ένα χαρακτηριστικό, μια ελιά στο δεξί φρύδι. Τα παιδιά την άλλη μέρα παρατήρησαν τον άντρα , όταν  αυτός  τα  συνάντησε  ξανά  στο  ίδιο  μέρος , αλλά  κατάλαβαν  ότι αυτός δεν ήταν ο πραγματικός τους μπαμπάς . Απλώς ήθελε  να  τους εξαπατήσει .
Τα παιδιά είπαν τα πάντα στην μητέρα τους. Εκείνη πήγε και κατήγγειλε τον άντρα στην αστυνομία. Τα παιδιά στεναχωρήθηκαν πολύ , αλλά στα επόμενα χρόνια δεν εξαπατηθήκαν ποτέ ξανά και ήταν έτοιμοι να παλέψουν σε κάθε δυσκολία της ζωής.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ   Σ  

        ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                     «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

    Κάποια  μέρα   , ο  μπαμπάς  του  Πέτρου  και  της  Αγγελικούλας  γύρισε  από  την  εξορία . Τα  παιδιά  φαντάστηκαν  ότι , αφού  επέστρεψε , θα  έχει  πολλά  χρήματα  , για  να  τους  αγοράσει  το  σιδηρόδρομο . Εκείνος  τους  άφησε  με  την  ελπίδα  ότι  θα  τους  αγοράσει  το  παιχνίδι  τον  επόμενο  μήνα , πράγμα  που  ήταν  όμως  απίθανο να  συμβεί .
      Τελικά , ο  ιδιοκτήτης  του  καταστήματος  με  τα  παιχνίδια  έκλεισε  το  μαγαζί  του , επειδή  δεν  είχε  πια  δουλειά . Έτσι  , λοιπόν , ο  μπαμπάς  και  η  μαμά  του  Πέτρου  και  της  Αγγελικούλας  σταμάτησαν  να  λένε  ψέματα  στα  παιδιά  τους  ότι  μια  μέρα  θα  τους  αγόραζαν  το  σιδηρόδρομο . Το  παιχνίδι  ξεχάστηκε  με  τον  καιρό  . Και  έζησαν  αυτοί  καλά  και  εμείς  καλύτερα .
ΧΡΙΣΤΙΝΑ     Χ  

ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                                  «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»
 
    (......)   Η Αγγελικούλα  και  ο  Πέτρος  ήταν  άτυχοι  αυτές  τις  γιορτές .  (…) Σημασία  όμως  έχει  ότι  δεν  το  έβαλαν  κάτω  ούτε  τα  παιδιά  ούτε  και  η  μητέρα  τους . Τα  παιδιά  ήταν  γεμάτα  αφέλεια , όπως  όλα  τα  παιδάκια .(…)
     Μια  μέρα , μάλιστα ,  ήρθε  γράμμα  από  την  εξορία . Έγραφε   ότι  ο  πατέρας  θα  γυρίσει. Το  γράμμα  αυτό  , όμως , δεν  το  είχε  γράψει  ο  πατέρας  των  παιδιών , αλλά  η  μητέρα , για  να  τα  εμψυχώσει , να  τα  γεμίσει  με  χαρά  . (….)
   Μετά  από  χρόνια  η  Αγγελική  σπούδασε  δημοσιογράφος  και  ο  Πέτρος  έγινε  πιλότος , αν  και  ήταν  φτωχοί . (…..) Καμιά  οικογένεια  δεν  πρέπει  να  υποχωρεί  στα  δύσκολα  ,  αλλά να  χαμογελούν  και  να  το  παλεύουν .

ΓΙANNHΣ     Π   

ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                                     «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

(….) Για  όλους  φέτος  ήταν  πολύ  στενόχωρες  οι  γιορτές , κυρίως  για  την  Αγγελικούλα  και  τον  Πέτρο , γιατί  ο  μπαμπάς  τους  δεν  επέστρεψε  από  την  εξορία  και  δεν  πήραν  το  σιδηρόδρομο .
      Εκείνες  τις  μέρες  έκανε  πολύ  κρύο  και  η  μητέρα  των  παιδιών  αρρώστησε . Μετά  από  λίγες  μέρες , αφού  δε  γινόταν  καλά , πήγε  στο  νοσοκομείο , όπου  και  πέθανε . Η  Αγγελικούλα  και ο  Πέτρος  πήγαν  σε  ένα  ορφανοτροφείο , χωρίς  να  το  θέλουν . Ήταν  πολύ  λυπημένοι .
      Στο  ορφανοτροφείο  τους  περίμεναν  δυο  κυρίες  με  ζεστό  φαί   και  ρούχα  . (….) Έπειτα  ανέβηκαν  στο  δωμάτιό  τους . Εκεί  ήταν  και  άλλα  παιδιά  που  γίνανε  φίλοι  τους. (…) Όταν  κατέβηκαν  κάτω ,  τους  περίμενε  μια  μεγάλη  έκπληξη . Κάτω  στο  σαλόνι  ήταν  ένας  ολοκαίνουργιος  σιδηρόδρομος  που  είχαν  αγοράσει  για  όλα  τα  παιδιά (…) Όλα  τα  παιδιά  ξετρελάθηκαν  με  αυτό  το  δώρο  και  ήταν  χαρούμενα . Η  Αγγελικούλα  και  ο  Πέτρος  είχαν  το  αγαπημένο  τους  παιχνίδι  , αν  και    η  μαμά  τους  δεν  ήταν  κοντά  τους . 
ΕΥΑ  ΛΟΥΝΑ    Σ

        ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                                 «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

  (…) Τελικά  ο  πατέρας  έστειλε  ένα  γράμμα  στη  γυναίκα  του  και  τα  παιδιά  του . Το  γράμμα  έγραφε :
    « Αγαπητή  μου  οικογένεια , να  ξέρετε  ότι  σας  αγαπώ  πολύ  και  ότι  σας  έχω  συνέχεια  στην  καρδιά  μου . Σας  γράφω  αυτό  το  γράμμα , για  να  σας  πω  ότι οι  κακοί  άνθρωποι  υποχωρούν  σιγά  σιγά».
      Η  μητέρα  και  τα  παιδιά  χάρηκαν  πάρα  πολύ  που  θα ερχόταν  ο  μπαμπάς  ξανά  στο  σπίτι  τους  και  θα  ζούσαν  μια  καλή  ζωή . Αυτό  όμως  άργησε  να  γίνει  και  τα  παιδιά  λυπούνταν  όλο  και  περισσότερο  κάθε  μέρα  που  περνούσε . (………) Πέρασαν  πέντε  χρόνια  και  τότε  εμφανίστηκε  ο  πατέρας . (…)
  ΛΕΥΤΕΡΗΣ    Π



   


Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Με διάβασες; Χάρισέ με!"
Λίγο πριν τις χριστουγεννιάτικες διακοπές και με σύνθημα το "Με διάβασες; Χάρισέ με!", προσκαλέσαμε τoυς μαθητές/τριες να χαρίσουν στη βιβλιοθήκη του σχολείου όσα βιβλία είχαν στο σπίτι και δεν τα ήθελαν πια ή τους είχαν αρέσει πολύ και ήθελαν να τα μοιραστούν με τους συμμαθητές τους. Ο σκοπός της εκδήλωσης διττός: η καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας από τη μια και ο εμπλουτισμός της δανειστικής σχολικής βιβλιοθήκης με νέα βιβλία από την άλλη.
Η Αλεξάνδρα ,μαθήτρια της πρώτης τάξης, έφτιαξε την αφίσα της εκδήλωσης.

 
Πρώτα από όλα στήθηκε ο πάγκος με τα βιβλία. Εκεί αραδιάστηκαν προτεινόμενα βιβλία από τη βιβλιοθήκη του σχολείου, που μπορούσαν οι μαθητές και μαθήτριες να δανειστούν εκείνη τη στιγμή. Βιβλία κλασικά αλλά και καινούρια, βιβλία που είχαν συζητηθεί στην τάξη και τους κινούσαν το ενδιαφέρον ή βιβλία άγνωστα και συναρπαστικά.

Σε μία άλλη γωνιά του διαδρόμου στήθηκε ένα ταμπλό με πληροφορίες για βιβλία που είχαμε δουλέψει με τα παιδιά μέσα στην τάξη στα πλαίσια της διδασκαλίας της λογοτεχνίας Ήταν τόσα πολλά που έφτιαξαν μια χιονοστιβάδα από βιβλία...
Το ταμπλό φτιάχτηκε ως εξής: πήραμε ένα φελιζόλ από αυτά που χρησιμοποιούνται για μόνωση στα σπίτια και το τυλίξαμε με μπλε χαρτί του μέτρου. Στην αριστερή γωνία κολλήσαμε χαρτί του μέτρου λευκό που κόψαμε σε σχήμα βουνοπλαγιάς. Εκεί γράψαμε με μαρκαδόρο τη φράση "Μια χιονοστιβάδα από βιβλία". Τα εξώφυλλα των βιβλίων είχαν εκτυπωθεί και μαζί μία σύντομη περίληψη της υπόθεσης... Τα πιάσαμε με πινέζες εδώ κι εκεί. Ανάμεσά τους κολλήσαμε χιονοστιβάδες φτιαγμένες από λευκό χαρτί.
 
Το ταμπλό τοποθετήθηκε επάνω σε έναν ξύλινο πάγκο. Για τη διακόσμησή του φτιάξαμε το banner "Reading is fun".
Όσα παιδιά χάριζαν βιβλία στο σχολείο έπαιρναν κι ένα συμβολικό δωράκι. Δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο από σελιδοδείκτες..ποντικάκια- σελιδοδείκτες από μαλλί πλεξίματος και άλλοι με αποσπάσματα από γνωστά βιβλία σε σχήμα πάπυρου, εκτυπωμένοι σε χρωματιστό χαρτί και πλαστικοποιημένοι.

Στην είσοδο του σχολείου ένα ακόμη ταμπλό, λευκό αυτή τη φορά, προέτρεπε τους μαθητές να γράψουν ευχές για τα Χριστούγεννα σε αυτοκόλλητα χαρτάκια (post- it). Τα παιδιά ανταποκρίθηκαν και γρήγορα το ταμπλό γέμισε ευχές και χρώματα!
 
Με τη σειρά μου εύχομαι κι εγώ σε όλους σας καλή χρονιά κι ευτυχισμένη.

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

"Το ξύπνημα"
Άλλη μία μαθήτρια ,η Δήμητρα Μ.  του Β1 , έγραψε και μοιράζεται με μας την εργασία της με τίτλο "το ξύπνημα". Καλή ανάγνωση.

Ο Γρηγόρης χτύπησε δειλά δειλά την πόρτα στο γραφείο του προϊσταμένου. Πάντα τον φοβόταν τον κ. Ζαχαριάδη. Ήταν συνέχεια νευρικός, σαν να του έφταιγαν τα πάντα. Ποτέ δεν ήταν ευχαριστημένος με τίποτα και κατσάδιαζε τους υπαλλήλους με το παραμικρό λάθος. Ο καημένος ο Γρηγόρης, μόλις τον ειδοποίησε η γραμματέας ότι τον ζήτησε ο κύριος γενικός, άρχισε να τρέμει και του πήρε κανά δεκάλεπτο να μαζέψει το κουράγιο και να συρθεί ως εκεί.
Μέσα από το γραφείο ακούστηκε κάτι που του Γρηγόρη του φάνηκε σαν μουγκρητό. Δεν ήταν άλλωστε λίγες οι φορές που ο γενικός είχε έρθει στα όνειρά του και τον είχε κυνηγήσει σαν μεγάλη αγριεμένη αρκούδα.  Πήρε μια βαθειά ανάσα και μπήκε μέσα. Το πολυτελές γραφείο ήταν λουσμένο από το φως του ανοιξιάτικου ήλιου που χυνόταν από το γυάλινο τοίχο πίσω από την βαριά δερμάτινη καρέκλα (τον θρόνο, θα ταίριαζε καλύτερα) του γενικού. Ο κ. Ζαχαριάδης σηκώθηκε όρθιος και είπε στο Γρηγόρη:
-          Καθίστε, κ. Αρνίδη. Υπάρχουν κάποια πράγματα για τα οποία πρέπει να συζητήσουμε.
-          Μμμ…μάλιστα, κ. γενικέ, ψιθύρισε ο Γρηγόρης και κατάχλωμος έπεσε στην καρέκλα που του έδειξε.
-          Πριν λίγο διάβαζα την αίτηση που κάνατε για αύξηση του μισθού σας λόγω του χρόνου που έχετε δουλέψει στην εταιρία.
Κρύος ιδρώτας έλουσε τον Γρηγόρη καθώς ο γενικός συνέχιζε βηματίζοντας πέρα δώθε μπροστά από το παράθυρο:
-          Στην επιστολή σας αναφέρετε ότι δουλεύετε μαζί μας δέκα χρόνια και άρα δικαιούστε μια αύξηση 50 ευρώ στον μηνιαίο μισθό σας, σωστά;
-          Μμμ…μάλιστα, κ. γενικέ. ξαναψιθύρισε ο Γρηγόρης.
-          Για να δούμε αν όσα λέτε ισχύουν επακριβώς… Λοιπόν, ξεκινήσατε να δουλεύετε εδώ στις 15 Νοεμβρίου, 2003, σωστά;
-          Μάλιστα, ψέλλισε.
-          Και σήμερα έχουμε 1 Νοεμβρίου, 2013, σωστά;
-          Μάλιστα.
-          Επομένως, δεν έχει συμπληρωθεί η δεκαετία, έτσι δεν είναι;
Ο Γρηγόρης σαστισμένος έμεινε να τον κοιτάει, ανήμπορος να απαντήσει. Ο γενικός κάθισε ξανά βαρύς στην καρέκλα του και πήρε μπροστά του ένα σημειωματάριο και με ένα χρυσό στυλό άρχισε να σημειώνει γοργά πάνω του.
-          Κι όχι μόνο αυτό, αλλά αν υπολογίσουμε τα σαββατοκύριακα, τις αργίες και τις άδειες που έχετε πάρει συνολικά το διάστημα που εργάζεστε εδώ, κ. Αρνίδη, θα δείτε και μόνος σας ότι έχετε συμπληρώσει μόλις 6 χρόνια, 2 μήνες και 4 μέρες, αν υπολογίσουμε και τη σημερινή, σωστά;
Ο καημένος ο Γρηγόρης τα είχε εντελώς χαμένα. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά του!
Απτόητος ο κ. γενικός κατακεραύνωσε με το βλέμμα του τον Γρηγόρη που ένιωθε τα μάγουλά του να φλογίζονται.
-          Υπάρχει και άλλο ένα θέμα που θα ήθελα να συζητήσουμε, κ. Αρνίδη, συνέχισε βλοσυρός ο γενικός.
Το σάστισμα του Γρηγόρη έγινε ακόμα μεγαλύτερο. Τι άλλο θα μπορούσε να τον θέλει;
-          Διάβασα το φάκελό σας και φαίνεται να έχετε κάνει 30 ώρες υπερωρίας αυτόν τον μήνα.
Ο Γρηγόρης ένιωσε δάκρυα να ανεβαίνουν στα μάτια του. Μόλις είχε δει την αύξηση που περίμενε πως και πως για να μπορέσει να πιάσει ένα καλύτερο σπιτάκι, όχι μεγάλο, απλά με λιγότερη υγρασία και λίγο πιο ζεστό γιατί σ’ αυτό που έμενε τώρα υπήρχαν μέρες που τα χέρια του ξύλιαζαν και δεν μπορούσε να ζεσταθεί, να χάνεται μέσα από τα χέρια του και να γίνεται καπνός. Δεν θα άντεχε να μην πάρει και τις υπερωρίες του. Άλλωστε, ούτε καν είχε βάλει όλες τις ώρες που έμενε σχεδόν καθημερινά πίσω δουλεύοντας ακόμη κι όταν όλοι οι άλλοι είχαν φύγει από ώρες. Αν τις είχε βάλει όλες, σκέφτηκε πως δεν θα του έδιναν το αρκετά μεγάλο ποσό που μαζευόταν.
Ο κ. γενικός συνέχιζε:
-          Δε νομίζω πως έχετε υπολογίσει σωστά αυτές τις ώρες, κ. Αρνίδη. Αποκλείεται να έχετε προλάβει να κάνετε μέσα σε ένα μήνα τόσες πολλές υπερωρίες. Δε νομίζω ότι ξημεροβραδιάζεστε δα και στην εταιρία! Δεν είναι σωστό να προσπαθείτε να ξεγελάσετε την εταιρία για να πάρετε περισσότερα χρήματα από όσα σας αξίζουν για την εργασία σας, κ. Αρνίδη, έτσι δεν είναι; Δηλαδή, σα να μας λέτε ότι εργάζεστε πιο σκληρά κι από μένα που είμαι εδώ ανελλιπώς και καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια για να πάει μπροστά η επιχείρηση και να έχετε δουλειά όλοι εσείς , είπε και έγειρε πίσω στην καρέκλα- θρόνο κοιτώντας τον Γρηγόρη με υπεροπτικό ύφος και κουνώντας επιδεικτικά το χέρι του με το ολόχρυσο δαχτυλίδι και τα ασημένια μανικετόκουμπα.
Ε, αυτό πήγαινε πολύ! Το αίμα του Γρηγόρη ανέβηκε στο κεφάλι του και τα μάτια του θόλωσαν από την οργή που φούσκωσε μέσα του. Χωρίς να το καταλάβει σηκώθηκε όρθιος και γέρνοντας με αγριεμένο ύφος πάνω από το βαρύ δρύινο γραφείο κοίταξε κατάματα τον γενικό.
-          Όχι, κ. γενικέ. Δεν είναι έτσι. Δεν είναι καθόλου έτσι!!
-          Τι! Πως τολμάς!;, τα έχασε αυτή τη φορά ο γενικός.
Όμως ο Γρηγόρης είχε πάρει φόρα και δεν θα σταματούσε πια για τίποτα. Αρκετά είχε ανεχτεί τόσα χρόνια, δεν θα υποχωρούσε ξανά για κανένα λόγο. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε να χάσει και πολλά.
-          Όχι μόνο δουλεύω εδώ 10 ολόκληρα χρόνια, μιας και δούλεψα αρχικά για τρεις ολόκληρους μήνες, δοκιμαστικά υποτίθεται, για τους οποίους  ποτέ δεν πληρώθηκα, όχι μόνο έχω κόψει πολλές φορές την άδειά μου για να έρθω να κανονίσω κάποια παραγγελία που επείγει, αλλά και σχεδόν καθημερινά μένω πίσω δουλεύοντας τουλάχιστον δύο ώρες πέραν του ωραρίου μου!!
-          Πππ…  πώς τολμάς!; ψέλλισε αρχικά ο γενικός αλλά μετά σηκώθηκε όρθιος κατακόκκινος από το θυμό του. Θα σε απολύσω! απείλησε.
-          Να με απολύσετε, κ. γενικέ. Να με απολύσετε! Να πάρω και την αποζημίωση που προβλέπει ο νόμος και να βρω μιαν άλλη δουλειά, καλύτερη, όπου θα με εκτιμούν και δεν θα προσπαθούν να μου φάνε το δίκιο μου, βροντοφώναξε ο Γρηγόρης.
Ο καημένος ο κ. γενικός τα είχε εντελώς χαμένα. Είχε χάσει τη συνηθισμένη του σιγουριά, είχε χάσει και το χρώμα του και είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό να κοιτάει τον μέχρι πριν λίγο άβουλο υπάλληλο να μεταμορφώνεται σε έναν   τρομερό γίγαντα που ορθώνεται μπροστά του και τον απειλεί. Δεν μπορούσε να  αρθρώσει λέξη, καθώς ο άλλος συνέχιζε ατρόμητος και γεμάτος ειρωνεία:
-          Σας αποχαιρετώ, λοιπόν, κ. γενικέ, κι εσάς και την εταιρία σας και μην ανησυχείτε, θα περάσω αμέσως από το λογιστήριο να πάρω τη νόμιμη αποζημίωσή μου και θα φύγω από δω! Αντίο σας!, πέταξε και βγήκε από το γραφείο με ένα τεράστιο χαμόγελο ανακούφισης βροντώντας δυνατά την πόρτα πίσω του.